Σχολεία με ελάχιστους ή και καθόλου μαθητές, ερημωμένα χωριά και ένας διαρκώς γηράσκων πληθυσμός συνθέτουν τα τελευταία χρόνια το σκηνικό σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Η υπογεννητικότητα δεν αποτελεί πλέον μια αφηρημένη δημογραφική έννοια, αλλά μια ορατή πραγματικότητα που μεταμορφώνει την ελληνική περιφέρεια. Σύμφωνα με την απογραφή του 2021, η μεγαλύτερη μείωση πληθυσμού καταγράφεται στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας -που περιλαμβάνει την Κοζάνη, τη Φλώρινα, την Καστοριά και τα Γρεβενά – με τη συρρίκνωση να ξεπερνά το 10%.
Index IA : Βιβλιοθήκη των μεσογειακών γνώσεων
Στον βόρειο τομέα της Ελλάδας, η νεολαία απέναντι στην δημογραφική παρακμή
22-med – Μάρτιος 2026
• Στον βόρειο τομέα της Ελλάδας, η μείωση της γεννητικότητας εκφράζεται με κλειστά σχολεία, άδεια χωριά και μια πληθυσμιακή ομάδα που γερνά.
• Λόγω έλλειψης θέσεων εργασίας, υπηρεσιών και προοπτικών, πολλοί νέοι αναβάλλουν τη μόνιμη εγκατάσταση, την επιστροφή στη χώρα ή το σχέδιο να δημιουργήσουν οικογένεια.
#ελλάδα #δημογραφία #νεολαία #αγροτική_ζωή #εργασία #γεννητικότητα #γήρανση #έδαφος
Γρεβενά: Mια περιοχή που συρρικνώνεται
«Είμαστε ένας νομός γερόντων. Το 2025 σημειώθηκαν 444 θάνατοι και μόλις 29 γεννήσεις. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι οι γεννήσεις δεν είναι ενδεικτικές μια και πολλές γυναίκες επιλέγουν να γεννήσουν σε άλλες, μεγαλύτερες πόλεις αλλά η απόκλιση δεν είναι μεγάλη», λέει ο πρόεδρος του Συλλόγου Πολυτέκνων Γρεβενών πατήρ Θωμάς Γάκης.
Κατά τον ίδιο καθοριστικός παράγοντας στην μείωση του πληθυσμού στην περιοχή είναι η έλλειψη εργασιακών ευκαιριών που αναγκάζουν τους νέους να μετοικίσουν στα μεγάλα αστικά κέντρα ή το εξωτερικό. «Αν δεν δημιουργηθούν προϋποθέσεις για εργασία στον πρωτογενή τομέα και ειδικότερα την γεωργία και την κτηνοτροφία ώστε να επιστρέψουν οι νέοι, τα Γρεβενά δε θα έχουν καλή κατάληξη. Μιλάω με αρκετό κόσμο στην περιοχή, ο μισθός δεν φτάνει για όλο το μήνα. Για τον λόγο αυτό αρκετοί νέοι που έμειναν πίσω διστάζουν να παντρευτούν».
Ο ίδιος ιερουργεί σε αρκετά χωριά του νομού και, όπως σημειώνει, η κατάσταση εκεί είναι ακόμη πιο απογοητευτική. «Υπάρχουν χωριά με δέκα μόνιμους κατοίκους, όλοι ηλικιωμένοι. Σε λίγα χρόνια, στο πολύ άμεσο μέλλον, τα χωριά αυτά θα σβήσουν από τον χάρτη».
Η ζωή με έξι παιδιά
Μέσα σε αυτό το απαισιόδοξο δημογραφικό τοπίο, υπάρχουν πολύτεκνες οικογένειες που αποφάσισαν να εγκατασταθούν στα Γρεβενά, επιλέγοντας να μεγαλώσουν εκεί τα παιδιά τους. Η 35χρονη Ελένη Καραγιάννη, μητέρα έξι παιδιών, μετακόμισε στην περιοχή από την Θεσσαλονίκη πριν από οκτώ χρόνια, αναζητώντας μια καλύτερη ποιότητα ζωής.
Η καθημερινότητα, όπως περιγράφει, έχει αντιφάσεις: οι ρυθμοί ζωής είναι πιο αργοί και ευνοϊκοί για το μεγάλωμα των παιδιών, όμως οι ευκαιρίες μάθησης και δραστηριοτήτων παραμένουν περιορισμένες.
«Για να πάνε τα παιδιά στο κολυμβητήριο, πρέπει να τα πηγαίνουμε στην Πτολεμαΐδα, διανύοντας 72 χιλιόμετρα. Στην αρχή το κάναμε, αλλά πλέον δεν είναι εύκολο να εξυπηρετηθούν τέτοιες αποστάσεις με τόσες υποχρεώσεις».
Ένα άλλο πρόβλημα είναι η αναζήτηση κατάλληλης στέγης. Όπως τονίζει, η πόλη των Γρεβενών έχει επενδύσει πολύ σε στούντιο, κάτι που δυσκολεύει τη ζωή των πολυάριθμων οικογενειών. Αυτή και ο σύζυγός της τελικά βρήκαν ένα σπίτι δύο χιλιόμετρα από την πόλη.
Ένα ακόμη πρόβλημα είναι η εύρεση κατάλληλης κατοικίας. Όπως σημειώνει, στην πόλη των Γρεβενών έχει γίνει μεγάλη επένδυση σε γκαρσονιέρες, γεγονός που δυσκολεύει τις μεγάλες οικογένειες. Η ίδια και ο σύζυγός της κατάφεραν τελικά να βρουν σπίτι δύο χιλιόμετρα έξω από την πόλη.
Παρά τις δυσκολίες, η ίδια αναδεικνύει τη σημασία της κοινότητας. «Η μητρότητα είναι σκληρή αν δεν υπάρχει κοινότητα και γι’ αυτό νιώθω ευγνώμων για τους ανθρώπους που μας καλοδέχτηκαν και μας στηρίζουν».
Το θέμα της υπογεννητικότητας στην περιοχή την προβληματίζει και γι’ αυτό τον λόγο αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα για τον Σύλλογο Πολυτέκνων Γρεβενών. Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν πριν από λίγες ημέρες και η Ελένη κατάφερε να εκλεγεί.
«Αποφάσισα να βάλω υποψηφιότητα διότι πιστεύω βαθιά πως πρέπει να μπουν νέοι άνθρωποι στη δράση, άνθρωποι που έχουν ανήλικα παιδιά. Θέλουμε με τον σύζυγό μου να διεκδικήσουμε πράγματα και να φέρουμε κι άλλες οικογένειες εδώ. Κλείνει το ένα σχολείο μετά το άλλο στην περιοχή. Αυτή την στιγμή στο 6ο δημοτικό σχολείο Γρεβενών φοιτούν μόνο επτά μαθητές στην Α’ δημοτικού. Τα πράγματα στα χωριά μας είναι ακόμη χειρότερα. Υπάρχουν παιδιά που έρχονται με ταξί κάθε μέρα στο σχολείο, διανύοντας μια απόσταση 30 χιλιομέτρων».
«Η Ελλάδα θα γίνει μια χώρα ηλικιωμένων, το κατανοώ»
Η εικόνα αυτή δεν περιορίζεται στα Γρεβενά, αλλά καταγράφεται και σε άλλες περιοχές της βόρειας Ελλάδας. Στις Σέρρες, τα στοιχεία του Δήμου για το 2024 αποτυπώνουν την δημογραφική πίεση στην περιοχή, καθώς καταγράφηκαν 321 γεννήσεις έναντι 917 θανάτων και ο αριθμός των γεννήσεων μειώνεται σταθερά. Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη σε επιμέρους περιοχές. Σε δήμους των Σερρών, όπως η Νέα Ζίχνη, η μείωση του πληθυσμού αγγίζει ακόμη και το 33%.
Η 30χρονη Φωτεινή Λιούμπα ανήκει στους νέους που επέλεξαν να φύγουν από τις Σέρρες με σκοπό την αναζήτηση καλύτερων εργασιακών ευκαιριών. Η ίδια έφυγε για την Αθήνα πριν πέντε χρόνια και πλέον εργάζεται ως δικηγόρος σε μεγάλη εταιρεία. Η Αθήνα, όπως λέει, τις προσφέρει καλύτερες οικονομικές απολαβές αλλά οι μεγάλες αποστάσεις που πρέπει να διανύσει δεν της αφήνουν περιθώριο για άλλες δραστηριότητες, με αποτέλεσμα η ποιότητα ζωής της να έχει μειωθεί κατά πολύ.
«Σχεδιάζουμε με τον σύντροφό μου να μεταναστεύσουμε προκειμένου να βρούμε κάτι καλύτερο. Τους τελευταίους μήνες αναζητάμε θέσεις εργασίας στη Γερμανία. Προς το παρόν δεν μου περνά καθόλου από το μυαλό το ενδεχόμενο δημιουργίας οικογένειας. Ποιος θα φυλάει το παιδί; Θα χρειάζεται ένας ολόκληρος μισθός μόνο για το άτομο που θα προσέχει το παιδί όσο εμείς θα δουλεύουμε. Παράλληλα, καλούμαστε να πληρώσουμε και υψηλό ενοίκιο, πώς θα τα βγάλουμε πέρα;», διερωτάται.
Το πρόβλημα της υπογεννητικότητας την θλίβει αλλά κατανοεί πλήρως την επιλογή πολλών νέων ανθρώπων να μην κάνουν παιδιά σε ένα περιβάλλον οικονομικής πίεσης και εργασιακής αβεβαιότητας. «Δεν μπορώ να κατηγορήσω κάποιον που δεν κάνει παιδιά. Χρειάζεται υποστηρικτικό περιβάλλον τόσο από την πλευρά της οικογένειας όσο και από την πλευρά του κράτους για να μεγαλώσεις ένα παιδί. Δυστυχώς, η Ελλάδα θα μετατραπεί σε χώρα ηλικιωμένων σύντομα. Με λυπεί αλλά το κατανοώ απόλυτα», καταλήγει.
Παρά τις πολυάριθμες συζητήσεις και αναλύσεις για το δημογραφικό στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ο δημόσιος διάλογος συχνά διεξάγεται χωρίς τη συμμετοχή εκείνων που επηρεάζονται περισσότερο: των νέων. Το αν και πότε θα αποκτήσουν παιδιά δεν είναι μια αφηρημένη εξίσωση, αλλά μια βαθιά προσωπική απόφαση, διαμορφωμένη από τις συνθήκες της καθημερινότητάς τους. Χωρίς τη δική τους φωνή, καμία συζήτηση για το δημογραφικό δεν μπορεί να είναι πλήρης…
