Ελλάδα

Κλιματική κρίση και κρόκος Κοζάνης: Μια καλλιέργεια σε οριακό σημείο

Για τον 44χρονο Βασίλη Μητσόπουλο, ο κρόκος Κοζάνης, γνωστός και ως ελληνικό σαφράν, δεν είναι απλώς ένα αγροτικό προϊόν, αλλά κομμάτι της ζωής του. Από μικρό παιδί βρισκόταν στα χωράφια, βοηθώντας τους γονείς του στη συγκομιδή, μέχρι που ακολούθησε και ο ίδιος τον δρόμο της κροκοκαλλιέργειας.
Τα τελευταία χρόνια, τα ακραία καιρικά φαινόμενα που συνδέονται με την κλιματική κρίση έχουν δημιουργήσει σωρεία προβλημάτων στους κροκοκαλλιεργητές. Όπως εξηγεί ο Βασίλης Μητσόπουλος, πρόεδρος του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Κροκοπαραγωγών Κοζάνης, έχει αλλάξει σημαντικά η κατανομή των βροχοπτώσεων.

Index IA : Βιβλιοθήκη των μεσογειακών γνώσεων 
Σαφράν Κοζάνης, μια καλλιέργεια σε αναταραχή
22-med – Ιανουάριος 2026
• Στην Κοζάνη, η κλιματική κρίση αναστατώνει τις βροχές, αποδυναμώνει τον κύκλο του σαφράν και μειώνει τις αποδόσεις, μέχρι να απογοητεύσει τους παραγωγούς.
• Ο συνεταιρισμός διατηρεί σταθερές τιμές, αλλά το μέλλον εξαρτάται από γρήγορη στήριξη για τις νέες φυτείες, καθώς η περιοχή ερημώνει και η αλυσίδα στερείται παραγωγής.
#ελλάδα #κοζάνη #σαφράν #γεωργία #κλίμα #ξηρασία #παγετός #απόδοση #συνεταιρισμός #φορολογία #αγροτική ζωή #ερημοποίηση #μεσόγειος.

«Μπορεί η ετήσια βροχόπτωση να βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με παλαιότερα, όμως η κατανομή της έχει αλλάξει δραστικά. Βρέχει λιγότερες φορές και, όταν συμβαίνει, οι ποσότητες του νερού είναι πολύ μεγάλες», σημειώνει.
Όπως εξηγεί, αυτό επηρεάζει άμεσα τον κύκλο της καλλιέργειας, καθώς ο κρόκος είναι ξηρική καλλιέργεια και βασίζεται αποκλειστικά στη βροχή. «Δεν υπάρχει αρδευτικό σύστημα. Την άνοιξη, όταν μπορεί να μην βρέξει για δύο ή και τρεις μήνες, τα φυτά στρεσάρονται», τονίζει.


Αντίστοιχα προβλήματα παρατηρούνται και τον χειμώνα. «Όταν δεν υπάρχει χιόνι να καλύψει τα φυτά, αλλά επικρατούν παγωνιές, ο κρόκος μένει εκτεθειμένος και πλήττεται». Τα προβλήματα, ωστόσο, δεν σταματούν εκεί. Οι ολοένα και υψηλότερες θερμοκρασίες που καταγράφονται κατά τους θερινούς μήνες στην Κοζάνη στέλνουν λανθασμένα σήματα στα φυτά, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται ο φυσιολογικός τους κύκλος και η ανθοφορία να είναι μειωμένη.

Ο αριθμός των παραγωγών μειώνεται

Τα παραπάνω έχουν ως αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι κροκοκαλλιεργητές να εγκαταλείπουν το αντικείμενο. «Έχει δημιουργηθεί ένα έντονο κλίμα απογοήτευσης. Από το 2022, χρονιά με πολύ υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι, ακόμη και εδώ, στη βόρεια Ελλάδα, όσοι ασχολούνται με την κροκοκαλλιέργεια μειώνονται διαρκώς», σημειώνει.

Όπως εξηγεί, η παραγωγή έχει μειωθεί δραστικά τα τελευταία χρόνια, σε σημείο που για πολλούς δεν έχει πλέον νόημα να συνεχίσουν. «Ένας παραγωγός που είχε πέντε στρέμματα κρόκου και παλαιότερα μάζευε τρία με τέσσερα κιλά, σήμερα μπορεί να μαζέψει λιγότερο από ένα κιλό».

© Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών Κοζάνης

Την ίδια στιγμή, τα έξοδα παραμένουν σταθερά. «Το κόστος καλλιέργειας για τα πέντε στρέμματα είναι το ίδιο, όμως η απόδοση είναι πολύ χαμηλή. Τα χρήματα που κερδίζουμε ίσα ίσα καλύπτουν τα έξοδα και σε ορισμένες περιπτώσεις ούτε καν αυτά».
Αποθαρρύνονται, παράλληλα, και οι νεότεροι να ασχοληθούν με την καλλιέργεια. «Ποιος νέος θα επενδύσει σήμερα στον πρωτογενή τομέα; Πρόκειται πλέον για μια πολύ επισφαλή δραστηριότητα. Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος και αυτό δεν αφορά μόνο τον κρόκο, αλλά πολλές καλλιέργειες», σημειώνει.


Όπως υπογραμμίζει, το βασικό πλεονέκτημα της κροκοκαλλιέργειας είναι η ύπαρξη του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Κροκοπαραγωγών Κοζάνης, που διασφαλίζει σταθερές τιμές διάθεσης. «Οι τιμές δεν αλλάζουν από χρόνο σε χρόνο», τονίζει.

Ωστόσο, το πρόβλημα εντοπίζεται στην ίδια την παραγωγή. «Μιλάμε για μια παραδοσιακή καλλιέργεια με πολύ χαμηλές έως μηδενικές εισροές. Δεν χρησιμοποιούμε φάρμακα ή λιπάσματα, αλλά απαιτείται πολλή χειρωνακτική εργασία. Χειρωνακτικά γίνεται η εγκατάσταση, το μάζεμα, αλλά και ο διαχωρισμός και ο καθαρισμός του κρόκου. Το βάρος πέφτει σχεδόν αποκλειστικά στη χειρωνακτική εργασία. Όταν δεν υπάρχει παραγωγή που να εξασφαλίζει ένα ικανοποιητικό εισόδημα -και για τους περισσότερους ήταν συμπληρωματικό- πολλοί παραγωγοί οδηγούνται στο να εγκαταλείψουν».

Την ίδια στιγμή, καθοριστικό ρόλο παίζει και το φορολογικό πλαίσιο. Κι αυτό διότι μετά τα μνημόνια ακόμη και ένα μικρό αγροτικό εισόδημα της τάξης των 4.000 με 5.000 ευρώ, φορολογείται. «Μέχρι πρότινος υπήρχε αφορολόγητο όριο στις 12.000 ευρώ. Έτσι, πολλές οικογένειες έχουν σταματήσει την παραγωγή ακόμη και για καθαρά φορολογικούς λόγους», προσθέτει.

Όπως εξηγεί, στην περίπτωση της κροκοκαλλιέργειας δεν πρόκειται για επαγγελματίες αγρότες στη συντριπτική τους πλειονότητα. «Όσοι είναι κατ’ επάγγελμα αγρότες μπορεί να έχουν ένα αφορολόγητο όριο στις 8.000 με 8.500 ευρώ. Στον κρόκο, όμως, μιλάμε κυρίως για μια συμπληρωματική καλλιέργεια, που συναντάται σχεδόν αποκλειστικά στην περιοχή της Κοζάνη».


Υπήρξε μεν κάποια στήριξη λόγω της χαμηλής παραγωγής, ωστόσο ήταν περιορισμένη και σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να καλύψει το χαμένο εισόδημα. «Λάβαμε μια αποζημίωση από τις κρατικές οικονομικές ενισχύσεις, περίπου 107 ευρώ το στρέμμα. Το ποσό αυτό δεν ανταποκρίνεται στο εισόδημα που χάνεται, αλλά βοηθά μόνο να καλυφθούν ορισμένα βασικά έξοδα καλλιέργειας», σημειώνει.

«Ο κρόκος Κοζάνης κινδυνεύει»

Παράλληλα, οι κροκοπαραγωγοί δεν ζητούν νέες αποζημιώσεις, αλλά στήριξη για να ξαναστηθεί η καλλιέργεια. «Ο κρόκος είναι ακριβή καλλιέργεια στην εγκατάστασή της. Το πολλαπλασιαστικό υλικό, δηλαδή οι βολβοί, κοστίζουν πολύ. Τα έξοδα μπορεί να ξεπεράσουν τα 1.000 ευρώ το στρέμμα, γεγονός που αποθαρρύνει ιδιαίτερα τους νέους».

Όπως αναφέρει, αρκετοί νέοι δοκίμασαν τα προηγούμενα χρόνια να καλλιεργήσουν κρόκο, όμως οι χαμηλές αποδόσεις λόγω της κλιματικής κρίσης δεν τους επέτρεψαν ούτε να εξασφαλίσουν εισόδημα ούτε να αποκτήσουν το απαραίτητο πολλαπλασιαστικό υλικό. «Σήμερα δεν έχουν ούτε βολβούς στα χέρια τους ούτε τα χρήματα που απαιτούνται για να συνεχίσουν».

Το μήνυμα προς όσους λαμβάνουν αποφάσεις για την κλιματική πολιτική είναι σαφές. «Δεν θέλουμε να συμπληρώνουμε το εισόδημά μας από επιδοτήσεις. Η τιμή του προϊόντος είναι πολύ καλή και η ζήτηση υπάρχει. Αυτό που λείπει είναι η παραγωγή», τονίζει.

Στόχος, όπως επισημαίνει, είναι η συνολική παραγωγή να αυξηθεί από τα περίπου 700 κιλά που βρίσκεται σήμερα, στους 1,5 με 2 τόνους. «Για να γίνει αυτό, πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα νέες φυτεύσεις. Ο κρόκος είναι πολυετής καλλιέργεια και παραμένει στο χωράφι για έξι έως επτά χρόνια, με καλύτερες αποδόσεις την τρίτη και τέταρτη χρονιά. Αν δεν στηριχθούν τώρα οι παραγωγοί να “χτίσουν” νέα χωράφια, τα επόμενα χρόνια δεν θα υπάρχει κρόκος».

Ολοκληρώνοντας την συζήτησή μας, ο Βασίλης Μητσόπουλος κάνει αναφορά και στον δημογραφικό κίνδυνο. «Η περιοχή αδειάζει από κόσμο, οι νέοι φεύγουν προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Όσο μειώνεται ο πληθυσμός στη Δυτική Μακεδονία και κυρίως στην Κοζάνη, μειώνονται αυτόματα και οι δυνητικοί κροκοπαραγωγοί. Ο κρόκος Κοζάνης κινδυνεύει μακροπρόθεσμα», καταλήγει.

Η συγκομιδή του σαφράν είναι εντελώς χειροκίνητη © Συνεταιρισμός σαφρανών

Κεντρική Φωτογραφία : Τα χωράφια κρόκου της Κοζάνης © Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών Κοζάνης